Νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες διαφάνειας για ενδιάμεσους στον τομέα φορολογικού σχεδιασμού

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε σήμερα νέους αυστηρούς κανόνες διαφάνειας για ενδιάμεσους – όπως φορολογικοί σύμβουλοι, λογιστές, τράπεζες και δικηγόροι – οι οποίοι σχεδιάζουν και προωθούν μηχανισμούς φορολογικού σχεδιασμού για τους πελάτες τους.

Πρόσφατες διαρροές στα μέσα ενημέρωσης, όπως τα «έγγραφα του Παναμά» έχουν αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι ενδιάμεσοι βοηθούν ενεργά εταιρείες και άτομα να αποφύγουν τη φορολόγηση, συνήθως μέσω πολύπλοκων διασυνοριακών μηχανισμών. Η σημερινή πρόταση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτού του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού με αύξηση του ελέγχου όσον αφορά δραστηριότητες φορολογικών σχεδιαστών και συμβούλων που έχουν αναπτυχθεί προσφάτως.

Ο κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδιος για το Ευρώ και τον Κοινωνικό Διάλογο, τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες και την Ένωση Κεφαλαιαγορών, δήλωσε: «Η ΕΕ έχει καταστεί πρωτοπόρος όσον αφορά τη βελτίωση της διαφάνειας στον τομέα του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού. Το έργο αυτό έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Σήμερα προτείνουμε να αποδίδονται ευθύνες στους ενδιάμεσους που δημιουργούν και πωλούν μηχανισμούς φοροαποφυγής. Εν τέλει, αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση των φορολογικών εσόδων για τα κράτη μέλη.»

Ο κ. Πιερ Μοσκοβισί, Επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων, δήλωσε: «Συνεχίζουμε να κλιμακώνουμε τις προσπάθειές μας στο θεματολόγιο μας για τη φορολογική διαφάνεια. Σήμερα στρέφουμε την προσοχή μας στους επαγγελματίες που προωθούν καταχρηστικές φορολογικές πρακτικές. Οι φορολογικές διοικήσεις θα πρέπει να έχουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την αντιμετώπιση των μηχανισμών επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού. Η πρότασή μας θα παράσχει μεγαλύτερη βεβαιότητα στους ενδιάμεσους που σέβονται το πνεύμα και το γράμμα της νομοθεσίας μας, ενώ θα κάνει πολύ δύσκολη τη ζωή εκείνων που δεν τα σέβονται. Το έργο μας για δικαιότερη φορολόγηση σε όλη την Ευρώπη συνεχίζει να σημειώνει πρόοδο.»

Διασυνοριακοί μηχανισμοί φορολογικού σχεδιασμού οι οποίοι φέρουν ορισμένα χαρακτηριστικά ή «διακριτικά» που μπορούν να προκαλέσουν ζημίες στις κυβερνήσεις, θα πρέπει πλέον να αναφέρονται αυτόματα στις φορολογικές αρχές, πριν από τη χρήση τους. Η Επιτροπή έχει εντοπίσει ορισμένα βασικά διακριτικά στα οποία συγκαταλέγονται ο υπολογισμός των ζημιών για τη μείωση της φορολογικής υποχρέωσης, η χρήση ειδικών ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων ή οι συμφωνίες με τη συμμετοχή χωρών που δεν πληρούν τα διεθνή πρότυπα χρηστής διακυβέρνησης.

Η υποχρέωση αναφοράς διασυνοριακού μηχανισμού που φέρει ένα ή περισσότερα από αυτά τα διακριτικά θα βαρύνει:

  • τον ενδιάμεσο που παρείχε τον διασυνοριακό μηχανισμό προς εφαρμογή και χρήση από εταιρεία ή άτομο·
  • το άτομο ή την εταιρεία που λαμβάνει τις συμβουλές, όταν ο ενδιάμεσος ο οποίος παρέχει τον διασυνοριακό μηχανισμό δεν είναι εγκατεστημένος στην ΕΕ ή όταν ο ενδιάμεσος δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο ή κανόνες περί απορρήτου·
  • το άτομο ή την εταιρεία που εφαρμόζει τον διασυνοριακό μηχανισμό, όταν εκπονείται από εσωτερικούς φορολογικούς συμβούλους ή νομικούς.

Τα κράτη μέλη θα ανταλλάσσουν αυτόματα τις πληροφορίες που λαμβάνουν σχετικά με τους μηχανισμούς φορολογικού σχεδιασμού μέσω μιας κεντρικής βάσης δεδομένων. Έτσι θα προειδοποιούνται εγκαίρως σχετικά με νέους κινδύνους στον τομέα της φοροαποφυγής και θα τους παρέχεται η δυνατότητα να λαμβάνουν μέτρα για την παρεμπόδιση επιζήμιων πρακτικών. Η υποχρέωση σχετικά με την αναφορά ενός μηχανισμού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο εν λόγω μηχανισμός έχει ζημιογόνες συνέπειες, αλλά απλώς ότι πρέπει να ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να επιβάλλουν αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις εταιρείες που δεν συμμορφώνονται με τα μέτρα διαφάνειας, δημιουργώντας ισχυρό νέο αποτρεπτικό μέσο για εκείνους που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν καταχρηστικές φορολογικές πρακτικές.

Οι νέοι κανόνες είναι συνολικοί και καλύπτουν όλους τους ενδιάμεσους, όλους τους μηχανισμούς που ενδέχεται να έχουν ζημιογόνες συνέπειες και όλα τα κράτη μέλη. Οι λεπτομέρειες κάθε φορολογικού μηχανισμού που περιέχει ένα ή περισσότερα διακριτικά θα πρέπει να αναφέρονται στις οικείες φορολογικές αρχές του ενδιάμεσου εντός πέντε ημερών από τη διάθεση του εν λόγω μηχανισμού στον πελάτη.

Ιστορικό

Η Επιτροπή Γιούνκερ έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο στην ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Έχουν ήδη συμφωνηθεί και τίθενται σταδιακά σε ισχύ νέοι κανόνες της ΕΕ που παρεμποδίζουν τεχνητές φορολογικές ρυθμίσεις, καθώς και νέες απαιτήσεις διαφάνειας για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και δραστηριότητες πολυεθνικών εταιρειών. Επί του παρόντος, είναι υπό διαπραγμάτευση προτάσεις για ισχυρότερη νομοθεσία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απαιτήσεις δημόσιας υποβολής εκθέσεων ανά χώρα και αυστηρότερους κανόνες χρηστής διακυβέρνησης για τα ταμεία της ΕΕ. Επιπλέον, αναμένεται να είναι έτοιμος πριν από τα τέλη του έτους νέος κατάλογος της ΕΕ που θα περιλαμβάνει μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας.

Η σημερινή πρόταση θα ενισχύσει περαιτέρω το πλαίσιο της ΕΕ για τη φορολογική διαφάνεια, παρέχοντας νέα στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες των ενδιάμεσων και των χρησιμοποιούμενων ρυθμίσεων φορολογικού σχεδιασμού. Επίσης, θα εξασφαλίσει εναρμονισμένη προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων περί υποχρεωτικής γνωστοποίησης που προτείνονται στο σχέδιο του ΟΟΣΑ για τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μετατόπιση των κερδών (BEPS), όπως εγκρίθηκε από τη G20. Τον περασμένο Οκτώβριο, τα κράτη μέλη εξέφρασαν τη στήριξή τους για πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τα εν λόγω μέτρα.

Επόμενα στάδια

Η πρόταση, η οποία λαμβάνει τη μορφή τροποποίησης της οδηγίας για τη διοικητική συνεργασία (ΟΔΣ), θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για διαβούλευση και στο Συμβούλιο για έκδοση. Προβλέπεται ότι οι νέες απαιτήσεις αναφοράς θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2019, ενώ τα κράτη μέλη της ΕΕ θα υποχρεούνται κατόπιν να ανταλλάσσουν πληροφορίες κάθε 3 μήνες.