Δύο μήνες μετά το Brexit: Ο απολογισμός

Το πρωί της 24ης Ιουνίου 2016 θα μείνει χαραγμένο στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η καταμέτρηση του πλέον κρίσιμου δημοψηφίσματος είχε τελειώσει. Οι Βρετανοί  κοιμήθηκαν εντός της ΕΕ και ξύπνησαν εκτός. Τι και αν ο ίδιος ο Φάρατζ είχε βιαστεί να αναγνωρίσει την ήττα. Τι και αν έπεσαν έξω τα exit polls. Οι Βρετανοί αποφάσισαν έστω και με μικρή διαφορά να πουν αντίο στην ΕΕ.  

Δύο μήνες έχουν περάσει από τότε και η Βρετανία εξακολουθεί να παραμένει τυπικά μέλος της ΕΕ. Το Λονδίνο έχει διαμηνύσει ότι δεν θα βιαστεί να ενεργοποιήσει τη διαδικασία εξόδου, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις της ΕΕ. Πόσο όμως άλλαξε η ζωή των Βρετανών μετά την απόφασή αυτή. Γεγονός είναι ότι δεν προκλήθηκε η οικονομική καταστροφή που είχε προβλεφθεί από πολλούς και η βρετανική οικονομία φαίνεται να αντέχει τουλάχιστον προς το παρόν.

Οι λιανικές πωλήσεις κατέγραψαν τον Ιούλιο μια απροσδόκητη αύξηση, την μεγαλύτερη από το 2002, ενώ ενισχυμένες εμφανίζονται και οι βρετανικές εξαγωγές. Συμφώνα με τα στοιχεία της Συνομοσπονδίας Βρετανικής Βιομηχανίας, η σημαντική υποτίμηση της στερλίνας στήριξε τη ζήτηση από το εξωτερικό, με αιχμή του δόρατος τις βρετανικές εταιρείες μεταποιήσεων. Τα βιβλία παραγγελιών των βρετανικών εταιρειών ισχυροποιήθηκαν σε υψηλά δύο ετών τον Αύγουστο.

Τα δε στοιχεία για την ανεργία κάθε άλλο παρά απογοητευτικά είναι. Οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας εμφάνισαν πτώση, τον Ιούλιο καθώς υποχώρησαν κατά 8.600 έναντι των εκτιμήσεων περί αύξησης κατά 9.500. Ήταν η πρώτη  μηνιαία πτώση από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Ωστόσο, όπως τονίζουν οι οικονομολόγοι είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. «Όποιος σας λέει ότι επίκειται Αρμαγεδδών ψεύδεται, το ίδιο ισχύει και για όποιον υποστηρίζει πως είναι όλα τέλεια» αναφέρει χαρακτηριστικά ο οικονομολόγος της λονδρέζικης Daiwa Capital Markets Γκραντ Λιούις.

Πλήγμα στις επενδύσεις

Στην αντίπερα όχθη, σημαντικό πλήγμα έχουν υποστεί οι επενδύσεις σε έργα υποδομής, με τις σχετικές δαπάνες να έχουν μειωθεί κατακόρυφα από τότε που οι πολίτες ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ. Τον πρώτο μήνα μετά το δημοψήφισμα, η αξία των συμβάσεων κατασκευής έργων μειώθηκε κατά 20%, σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία Barbour ABI. Πρόκειται για μια πτώση 23% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρσι.

Ο Μάικλ Ντάλ, επικεφαλής οικονομολόγος της Barbour ABI αναγνώρισε ότι ο λόγος της πτώσης δεν είναι άλλος από την αβεβαιότητα. Αυτήν ακριβώς την παρατεταμένη αβεβαιότητα φοβούνται  άλλωστε και αρκετοί αναλυτές τονίζοντας ότι μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στη βρετανική οικονομία από ό,τι το ίδιο το Brexit.

Είναι ενδεικτικό ότι ήδη μεγάλες επενδυτικές τράπεζες με την ευρωπαϊκή τους έδρα στο Λονδίνο εξετάζουν τη μεταφορά των θέσεων εργασίας εκτός Ηνωμένου Βασιλείου αμέσως μετά την ενεργοποίηση του Brexit. Πριν από το δημοψήφισμα, o Τζέιμι Ντάιμον, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, είχε δηλώσει ότι θα μεταφέρει περίπου 4.000 θέσεις εργασίας εκτός Ηνωμένου Βασιλείου μετά Brexit. Παρομοίως, η Morgan Stanley ενδέχεται να μετακινήσει περίπου 1.000 εργαζομένους από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ανάλογη πρόθεση έχουν εκφράσει τόσο η Goldman Sachs Group όσο και η Citigroup.

Αλλά και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η HSBC και η Deutsche Bank, έχουν δηλώσει ότι μπορεί να χρειαστεί να μεταφέρουν εργαζομένους και δραστηριότητες στη Γαλλία και τη Γερμανία. Όλα λοιπόν θα εξαρτηθούν από το αν και αν ναι, υπό ποιούς όρους, η Βρετανία θα εξασφαλίσει την πρόσβαση των εν λόγω υπηρεσιών στην ελεύθερη αγορά της ΕΕ, συνομιλίες που διαφαίνονται εξαιρετικά δύσκολες.

Εκκρεμεί απόφαση δικαστηρίου

Στο εσωτερικό της χώρας, υπάρχει μια άλλη σημαντική εκκρεμότητα. Πρόκειται για την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βρετανίας επί της αγωγής που κατατέθηκε από Βρετανούς επιχειρηματίες. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι θα ήταν παράνομο η Βρετανία να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, χωρίς προηγουμένως η απόφαση να έχει επικυρωθεί με ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο.

Υπάρχουν αρκετές πιθανές εκβάσεις, χωρίς να αποκλείεται και η πρόκληση συνταγματικής κρίσης, αν τελικά οι ενάγοντες δικαιωθούν. Τα σενάρια είναι λοιπόν τα εξής: Η κυβέρνηση θα μπορούσε να αγνοήσει το Ανώτατο Δικαστήριο και να προχωρήσει με Brexit ούτως ή άλλως,  διακινδυνεύοντας ακόμη και φυλάκιση για τους υπουργούς που εμπλέκονται.

Αν τελικά γίνει η ψηφοφορία στη Βουλή, οι πολιτικοί θα μπορούσαν να αγνοήσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και να απορρίψουν το Brexit, περιφρονώντας έτσι τη βούληση του λαού. Σε περίπτωση δε που η αγωγή αποτύχει, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προσφύγουν ακόμη και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Πότε θα πατήσει το κουμπί;

Την ίδια ώρα ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα πότε η Βρετανία προτίθεται να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Αν και η Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι είχε αρχικώς εκφράσει την πρόθεσή της να εκκινήσει την όλη διαδικασία στις αρχές του 2017, πληθαίνουν τα δημοσιεύματα που παραπέμπουν στο τέλος του έτους, κάτι που θα σήμαινε ότι το Brexit δεν θα πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος του 2019. Εκτιμάται ότι η Μέι μπορεί τελικά να περιμένει τα αποτελέσματα των εκλογών σε Γαλλία και Γερμανία, προτού πατήσει το κουμπί της εξόδου.

Οι Ευρωπαίοι από την άλλη δεν έχουν κρύψει την επιθυμία τους να προχωρήσει τάχιστα η διαδικασία με όλα τα βλέμματα να είναι στραμμένα στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις 16 Σεπτεμβρίου στη Μπρατισλάβα, χωρίς τη Βρετανία.

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη τοποθέτηση του Σουηδού Πρωθυπουργού, Στέφαν Λεβέν, η χώρα του οποίου έχει στενές εμπορικές σχέσεις με τη Βρετανία. Ο Λεβέν προειδοποίησε τη Βρετανία να μην περικόψει τους εταιρικούς φόρους, όπως έχει ακουστεί, καθώς κάτι τέτοιο «θα κάνει τις συνομιλίες πιο δύσκολες». «Μια επιθετικότητα της Βρετανίας σε τέτοια θέματα, δεν θα βελτιώσει τη σχέση», είπε με νόημα.