Π. Καρβούνης “Κοινή μας Ταυτότητα η Ευρώπη”

Άρθρο του Επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, κ. Π. Καρβούνη στο αφιέρωμα της εφημερίδας “Εστία” για την 60η Επέτειο Υπογραφής των Συνθηκών της Ρώμης.

60 χρόνια από τη θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ως πολιτικού οργανισμού, και, εν μέσω πανευρωπαϊκών εκλογικών αναμετρήσεων και παγκόσμιων κλυδωνισμών, η κοινή μας Ένωση καλείται να επαναπροσδιοριστεί και να προσδιορίσει νέες συνισταμένες για το κοινό μας μέλλον. Πριν 60 χρόνια, τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ συμφώνησαν σε κάτι πρωτοποριακό για την εποχή – να γκρεμίσουν τα τείχη αντί να τα ορθώσουν περαιτέρω, δίνοντας τέλος στον πόλεμο και την καταστροφή. Συνάμα, μπήκαν τα θεμέλια για να κατακτήσουν βήμα-βήμα οι λαοί της Ευρώπης πολλά από όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα με επίκεντρο μια περίοδο ειρήνης που διαρκεί πάνω από  έξι δεκαετίες: μια Ένωση 500 εκατομμυρίων πολιτών πλέον που μπορούν να ζουν, να κυκλοφορούν και να συναλλάσσονται ελεύθερα σε μια από τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου.

Όλα αυτά έγιναν εφικτά όχι μόνο χάρη στην κοινή αγορά, που κατοχυρώθηκε από την Συνθήκη της Ρώμης, αλλά κυρίως χάρη στην προσήλωση στις Ευρωπαϊκές αξίες. Η αλληλεγγύη, η ισότητα, η ελευθερία, η δημοκρατία, αλλά και η ευημερία, μας κράτησαν ενωμένους και ενέπνευσαν μια σειρά κρατών να διεκδικούν την ένταξή τους στην ΕΕ.

Σήμερα, με την πληγή του Βρετανικού δημοψηφίσματος νωπή και χαίνουσα και τη μανία των εξτρεμιστικών δυνάμεων να αυξάνεται πανευρωπαϊκά, οι αξίες αυτές τίθενται σε αμφισβήτηση, η πίστη των Ευρωπαίων πολιτών κλυδωνίζεται. Ζητήματα όπως η απειλή για την ασφάλειά μας στα σύνορα και στο εσωτερικό της ΕΕ, η πολιτική αστάθεια σε γειτονικές χώρες, οι αυξανόμενες προσφυγικές ροές, ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας και στο κοινωνικό κράτος εντείνουν την περιθωριοποίηση που αισθάνονται ομάδες πολιτών της Ευρώπης, το αίσθημα ότι “έμειναν έξω” από τα οφέλη της κοινής αγοράς και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τους αφορά.

Στην Ελλάδα η τάση αυτή επιδεινώθηκε ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η χώρα μας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης των ευρωπαϊκών πολυκρίσεων – με αιχμή του δόρατος την οικονομική κρίση και το προσφυγικό. Φτάσαμε δε στο σημείο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, 45% των πολιτών της χώρας μας να πιστεύουν ότι συνολικά η Ελλάδα ζημιώθηκε από τη συμμετοχή της στην ΕΕ. Λες και τα 160 δις. που έπεσαν στην ελληνική οικονομία (αγροτικές επιδοτήσεις, ΕΣΠΑ, ΚΠΣ κλπ) τα τελευταία 35 χρόνια να μην υπήρξαν ποτέ. Λες και τα μεγάλα έργα υποδομών, όπως το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος ή η Εγνατία να έγιναν μόνα τους. Λες και η εδραίωση της ειρήνης ή η νομοθεσία για την βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας να υπήρξε αποκλειστικά δικό μας επίτευγμα.

Γιατί όμως αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε το θετικό ρόλο που έχει παίξει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη ζωή μας; Είναι σίγουρο ότι σε αυτό το πλοίο, “Blame it on Europe”, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε, δεν είμαστε μόνοι. Ο ευρωσκεπτικισμός αυξήθηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια πανευρωπαϊκά. Ισχύει, εν πολλοίς, το γνωστό ρητό “επανάληψη μήτηρ μαθήσεως”. Όταν επί χρόνια, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, ό,τι καλό και θετικό το καρπώνεται η εθνική κυβέρνηση, ενώ ό,τι “κακό” και δύσκολο προσάπτεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι μάλλον φυσιολογικό να έχει γίνει πλέον η άποψη αυτή πεποίθηση.

Σήμερα οι αρχηγοί των 27 κρατών-μελών της Ένωσης τίθενται ενώπιον των ευθυνών τους, καλούνται να δώσουν ενωτική απάντηση στις προκλήσεις και να εξασφαλίσουν ότι η Ένωση θα βγει δυνατότερη – ότι το ευρωπαϊκό όραμα θα ανανεωθεί. Μέσω των προτάσεων της Λευκής Βίβλου για το Μέλλον της Ευρώπης που παρουσίασε στις 3 Μαρτίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρώτη άνοιξε την απαραίτητη διαβούλευση. Κοινός παρονομαστής όλων των σεναρίων για το μέλλον της Ευρώπης είναι η ενότητα των 27.  Σε έναν πολυπολικό κόσμο με αυξανόμενη αστάθεια, η ισχύς της Ευρώπης μπορεί να πηγάζει μόνο μέσα από την ενότητα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα την δημιουργία των “Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης”. Όπως αναφέρει η Λευκή Βίβλος τα 27 κράτη μέλη μπορεί να θέλουν να εστιάσουν σε λιγότερες αλλά ουσιαστικότερες κοινές πολιτικές ή κάποια από αυτά να αναπτύξουν μεγαλύτερη δράση σε συγκεκριμένους τομείς. Αυτό δε σημαίνει πάλι διαχωρισμό των κρατών-μελών σε α’ και β’ κατηγορία, όπως κακώς ερμηνεύεται. Σημαίνει διαφορά … φάσης, δεδομένου ότι δεν είμαστε όλοι έτοιμοι για όλα τη ίδια στιγμή. Συμβαίνει άλλωστε ήδη σε πολλά πεδία, συμπεριλαμβανομένου του Σέγκεν και της ζώνης του ευρώ, όπου η συμμετοχή είναι εθελοντική, κατ’ επιλογή των κρατών-μελών. Αφού, συνεπώς, οριοθετήσουμε τον συλλογικό στόχο θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε ποιες αλλαγές χρειάζονται και πώς θα φτάσουμε σε αυτές.

Η Ελλάδα δεν ήταν στο τραπέζι των διαβουλεύσεων το 1957. Τώρα όμως είναι και μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του μέλλοντος της Ένωσης. Αρκεί να είμαστε επιτέλους ειλικρινείς για το “τις πταίει”. Αρκεί να σταματήσουμε να παρηγορούμαστε με την ιδέα του περιούσιου μεν, αδικημένου εις τους αιώνας δε, λαού. Σε άλλο σημείο της έρευνας που προανέφερα μπορεί κανείς να διακρίνει ότι πλέον η πλειοψηφία των Ελλήνων αναγνωρίζει το μερίδιο του βάρους που της αναλογεί για την κρίση της τελευταίας 7ετίας – και ίσως αυτή να είναι μια ειλικρινής αρχή του επαναπροσδιορισμού της σχέσης μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και συμμετοχής στη διαμόρφωση του κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος και της θέσης της χώρας μας εντός αυτού. Είναι στο χέρι μας.