Αυστηρότεροι κανόνες για ασφαλέστερα και καθαρότερα αυτοκίνητα

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή κατέληξαν σε πολιτική συμφωνία, ώστε να αυξηθούν σημαντικά η ποιότητα και η ανεξαρτησία της έγκρισης τύπου και των δοκιμών, να αυξηθούν οι έλεγχοι των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν ήδη στην αγορά της ΕΕ και να ενισχυθεί το συνολικό σύστημα με ευρωπαϊκή εποπτεία.

Οι συννομοθέτες της ΕΕ κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή τον Ιανουάριο του 2016 για την πλήρη αναμόρφωση του πλαισίου «έγκρισης τύπου» οχήματος της ΕΕ: των κανόνων για την πιστοποίηση ότι ένα όχημα πληροί όλες τις απαιτήσεις για να διατεθεί στην αγορά και των κανόνων για αυστηρό έλεγχο της συμμόρφωσης των κατασκευαστών με τη νομοθεσία της ΕΕ.

Τα βασικά στοιχεία των νέων κανόνων είναι τα εξής:

  1. Ενίσχυση της ποιότητας και της ανεξαρτησίας της έγκρισης τύπου και των δοκιμών πριν από τη διάθεση ενός αυτοκινήτου στην αγορά:

Οι τεχνικές υπηρεσίες θα πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικούς και ανεξάρτητους έλεγχους, βάσει αυστηρών κριτηρίων επίδοσης, προκειμένου να λαμβάνουν και να διατηρούν τον ορισμό τους από ένα κράτος μέλος για τον έλεγχο και την επιθεώρηση νέων μοντέλων αυτοκινήτων. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα είναι σε θέση να αμφισβητήσουν έναν ορισμό σε περίπτωση παρατυπίας.

Οι εθνικές αρχές έγκρισης τύπου θα υπόκεινται σε ελέγχους από την Επιτροπή, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι σχετικοί κανόνες τηρούνται και επιβάλλονται με αυστηρότητα σε ολόκληρη την ΕΕ.

Η πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του συστήματος αμοιβής, ώστε να αποφεύγεται η άμεση καταβολή αμοιβής στις τεχνικές υπηρεσίες από τον κατασκευαστή, δεν διατηρήθηκε.

  1. Αύξηση των ελέγχων των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν ήδη στην αγορά της ΕΕ:

Ενώ οι ισχύοντες κανόνες για την έγκριση τύπου προβλέπουν κυρίως εκ των προτέρων ελέγχους πρωτοτύπων από τη γραμμή παραγωγής, στο μέλλον, τα κράτη μέλη θα διεξάγουν τακτικούς δειγματοληπτικούς ελέγχους σε οχήματα που διατίθενται ήδη στην αγορά τους και τα σχετικά αποτελέσματα θα δημοσιοποιούνται.

Όλα τα κράτη μέλη θα μπορούν πλέον να λάβουν άμεσα μέτρα διασφάλισης κατά μη συμμορφούμενων οχημάτων στην επικράτειά τους, χωρίς να πρέπει να περιμένουν να αναλάβει δράση η αρχή που έχει χορηγήσει την έγκριση τύπου, όπως ισχύει σήμερα.

  1. Ευρωπαϊκή εποπτεία:

Στο μέλλον, η Επιτροπή θα διενεργεί ελέγχους στην αγορά ανεξάρτητα από τα κράτη μέλη και θα έχει τη δυνατότητα να δρομολογεί ανακλήσεις σε επίπεδο ΕΕ. Θα έχει την εξουσία να αμφισβητήσει τον ορισμό τεχνικών υπηρεσιών και να επιβάλει διοικητικές ποινές σε κατασκευαστές ή τεχνικές υπηρεσίες ύψους έως και 30 000 ευρώ ανά μη συμμορφούμενο όχημα.

Η Επιτροπή θα ηγηθεί ενός νέου φόρουμ για την επιβολή των κανόνων ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ, η πλήρης διαφάνεια σχετικά με τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και η καλύτερη και πιο συντονισμένη εποπτεία της αγοράς από τα κράτη μέλη.

Ο νέος κανονισμός διατηρεί την ισχύουσα απαγόρευση συστημάτων αναστολής, για την οποία οι εθνικές αρχές έχουν τη μόνιμη αρμοδιότητα αστυνόμευσης και επιβολής, όμως προχωρά και παραπέρα. Στο μέλλον οι κατασκευαστές αυτοκινήτων θα πρέπει να παρέχουν πρόσβαση στα πρωτόκολλα λογισμικού των αυτοκινήτων. Το μέτρο αυτό συμπληρώνει τη δέσμη μέτρων για τις εκπομπές υπό πραγματικές συνθήκες οδήγησης, η οποία καθιστά πολύ δύσκολη την καταστρατήγηση των απαιτήσεων σχετικά με τις εκπομπές, ενώ περιλαμβάνει και υποχρέωση των κατασκευαστών να γνωστοποιούν τις στρατηγικές τους για τη μείωση των εκπομπών, όπως ισχύει στις ΗΠΑ.

Ο κανονισμός για την έγκριση τύπου συμπληρώνει ορισμένες άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες της Επιτροπής για την καθαρή κινητικότητα, συμπεριλαμβανομένων των νέων και βελτιωμένων δοκιμών εκπομπών οχημάτων, οι οποίες κατέστησαν υποχρεωτικές στις 1 Σεπτεμβρίου 2017 και των προτάσεων για νέους στόχους εκπομπών CO2, ώστε να επιταχυνθεί η μετάβαση προς οχήματα χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών.

Επόμενα βήματα

Η προκαταρκτική πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις λεγόμενες τριμερείς διαπραγματεύσεις πρέπει πλέον να εγκριθεί επίσημα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Στη συνέχεια, ο κανονισμός θα είναι άμεσα εφαρμοστέος σε όλα τα κράτη μέλη και η εφαρμογή του θα καταστεί υποχρεωτική από την 1η Σεπτεμβρίου 2020.