Ένα δεσμευτικό και μόνιμο σύστημα για την κατανομή των αιτούντων άσυλο στην ΕΕ

Οι ευρωβουλευτές επιθυμούν ένα δεσμευτικό και μόνιμο σύστημα για την κατανομή των αιτούντων άσυλο στην ΕΕ.

Ένα δεσμευτικό σύστημα έκτακτης ανάγκης για τη μετεγκατάσταση ενός αρχικού αριθμού 40.000 αιτούντων άσυλο από την Ιταλία και την Ελλάδα σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, υποστηρίχθηκε από τους ευρωβουλευτές της επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών την Πέμπτη. Ένα επικείμενο μόνιμο σύστημα, για το οποίο το ΕΚ θα αποφασίσει από κοινού με το Συμβούλιο, θα πρέπει να βασίζεται “σε μια πιο ουσιαστική συμβολή στην αλληλεγγύη και την κατανομή των ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών”, λένε οι ευρωβουλευτές.

“Η επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει δείξει στο Συμβούλιο τι είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει σήμερα. Ενώ τα κράτη μέλη αυτοσχεδιάζουν και δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με τη διανομή 40.000 προσφύγων, η επιτροπή μας έχει στηρίξει μια δεσμευτική κλείδα κατανομής με μεγάλη πλειοψηφία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής, η Ευρώπη παράγει αποτελέσματα μόνο όταν όλες οι χώρες συνεργαστούν. Ζητούμε, επίσης, ένα μόνιμο σύστημα κατανομής το οποίο πρέπει να προχωρήσει ουσιαστικά πέραν των τρεχουσών προτάσεων”, δήλωσε η εισηγήτρια της επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Ska Keller (Πράσινοι, Γερμανία).

“Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι πρόσφυγες δεν έχουν αποσταλεί ως εμπορεύματα στην ΕΕ, αλλά ότι λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις τους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υποστηριχτεί η ένταξη των προσφύγων και να αποτραπεί η μετακίνησή τους σε άλλο κράτος μέλος. Ο σεβασμός των συμφερόντων των προσφύγων είναι απαραίτητος για την επιτυχία της κλείδας κατανομής”, πρόσθεσε.

Το νομοθετικό ψήφισμα εγκρίθηκε με 42 ψήφους υπέρ και 14 κατά.

Θα χρειαστεί περισσότερη αλληλεγγύη

Για την ανακούφιση από την σημαντική πίεση για άσυλο στην Ιταλία και στην Ελλάδα, “αλλά και για να ενεργήσει επίσης ως ένα σημαντικό τεστ εν όψει της επικείμενης νομοθετικής πρότασης σχετικά με το μόνιμο σύστημα έκτακτης μετεγκατάστασης”, οι ευρωβουλευτές συμφώνησαν ότι “ένα αρχικό σύνολο 40.000 αιτούντων πρέπει να μετεγκατασταθεί από την Ιταλία και την Ελλάδα” (24.000 από την Ιταλία και 16.000 από την Ελλάδα).

“Μια περαιτέρω αύξηση θα εξεταστεί, αν είναι απαραίτητο, ώστε να προσαρμοστεί στις ταχέως μεταβαλλόμενες προσφυγικές ροές και τάσεις”, προσθέτουν, καθιστώντας υποχρεωτικό για την Επιτροπή να αξιολογήσει το αντίστοιχο ποσοστό των ατόμων που πρέπει να μεταφερθεί έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος των εν λόγω κανόνων έκτακτης ανάγκης.

Οι ευρωβουλευτές εισήγαγαν επίσης αναφορά στη διαδρομή των δυτικών Βαλκανίων (μέσω των συνόρων της Τουρκίας με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και τα χερσαία σύνορα της Ουγγαρίας), σημειώνοντας ότι “πλέον χρησιμοποιείται επίσης όλο και περισσότερο από τα πρόσωπα που διαφεύγουν τον πόλεμο και τις διώξεις”.

Λαμβάνοντας υπόψη τις προτιμήσεις των αιτούντων άσυλο

“Αν και οι αιτούντες δεν έχουν το δικαίωμα επιλογής του κράτους μέλους μετεγκατάστασής τους, οι ανάγκες τους, οι προτιμήσεις και τα ειδικά προσόντα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στο μέτρο του δυνατού”, λέει η επιτροπή πολιτικών ελευθεριών, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να διευκολύνει την ένταξή τους σε μια συγκεκριμένη χώρα της ΕΕ.

 Οι ευρωβουλευτές προτείνουν ότι οι αιτούντες άσυλο θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, πριν τη μετεγκατάστασή τους, να κατατάξουν τα κράτη μέλη, κατά σειρά προτίμησης, βασίζοντας τις προτιμήσεις τους σε κριτήρια όπως οι οικογενειακοί δεσμοί, κοινωνικοί δεσμοί και πολιτιστικοί δεσμοί, όπως οι γλωσσικές δεξιότητες, προηγούμενη διαμονή, σπουδές και εργασιακή εμπειρία. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις προτιμήσεις των αιτούντων και να τους επιτρέπεται να αναφέρουν τις προτιμήσεις τους, μεταξύ των αιτούντων οι οποίοι τους έχουν επιλέξει. Εθνικοί λειτουργοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σύνδεσμοι ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία υποβάλλοντας σε συνέντευξη τους αιτούντες.

Τέλος, η Ιταλία και η Ελλάδα, επικουρούμενες από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ), θα πρέπει να λάβουν μια απόφαση σχετικά με την μετεγκατάσταση του καθενός από τους αιτούντες σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, βασίζοντας τις αποφάσεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο στις δεδηλωμένες προτιμήσεις, λένε οι ευρωβουλευτές. Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στους ευάλωτους αιτούντες, και μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους ασυνόδευτους ανηλίκους, προσθέτουν.

Οι αιτούντες άσυλο θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τον προορισμό τους. Εάν δεν ληφθούν υπόψη οι προτιμήσεις τους, θα πρέπει να τους εξηγούνται οι λόγοι, λέει η επιτροπή. Για την αποφυγή δευτερογενών μετακινήσεων, θα πρέπει να απαιτείται καταρχήν συναίνεση πριν από τη μετεγκατάσταση. Αν δεν υπάρξει συναίνεση, το άτομο δεν θα πρέπει καταρχήν να μετεγκαθίσταται, αλλά θα πρέπει η ευκαιρία αυτή να δίνεται σε κάποιον άλλο.

Η πρόταση για απόφαση έτσι όπως τροποποιήθηκε από την επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών αφορά το σύστημα “μετεγκατάστασης” για τη μεταφορά αιτούντων άσυλο από το ένα κράτος μέλος της ΕΕ στο άλλο, δηλαδή την κατανομή τους εντός της ΕΕ. Οι 20.000 πρόσφυγες που βρίσκονται εκτός της ΕΕ και οι οποίοι θα πρέπει να “επανεγκατασταθούν” στα κράτη μέλη εξετάζονται σε ξεχωριστή πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι ευρωβουλευτές τονίζουν ότι όλες οι διαστάσεις της ολιστικής προσέγγισης της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση είναι σημαντικές και θα πρέπει να προχωρούν παράλληλα.

Επόμενα βήματα

Η γνώμη του ΕΚ σχετικά με αυτόν τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης έκτακτης ανάγκης ζητείται σύμφωνα με το άρθρο 78 (3) της Συνθήκης . Οι υπουργοί Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ θα συναντηθούν στις 20 Ιουλίου για να το συζητήσουν, ενώ το ΕΚ θα ψηφίσει επί της θέσης του τον Σεπτέμβριο . Από τη στιγμή που θα εγκριθεί από το Συμβούλιο, η απόφαση αυτή θα τεθεί σε ισχύ την επόμενη ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ .

Όταν προταθεί ένα μόνιμο σύστημα μετεγκατάστασης – πράγμα το οποίο η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι θα κάνει μέχρι το τέλος του έτους – το ΕΚ θα συννομοθετήσει, θα συναποφασίσει δηλαδή επί ίσοις όροις, με το Συμβούλιο της ΕΕ (κράτη-μέλη).